Η μαρξιστική αισθητική του ΜπρεχτDouglas Kellner

Η σχέση του Μπρεχτ με το μαρξισμό είναι εξαιρετικά σημαντική και ιδιαιτέρως σύνθετη. Από τη δεκαετία του ’20 μέχρι το θάνατό του το 1956, ο Μπρεχτ αυτοπροσδιοριζόταν ως μαρξιστής· όταν επέστρεψε στη Γερμανία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επέλεξε τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ), όπου μαζί με τη σύζυγό του, την ηθοποιό Χελένε Βάιγκελ (Helene Weigel), έφτιαξαν τον δικό τους θίασο, το φημισμένο Μπερλίνερ Ανσάμπλ, και τελικά τους παραχωρήθηκε ένα κρατικό θέατρο να διευθύνουν. Ωστόσο, η σχέση του Μπρεχτ με τους επίσημους κύκλους και το δόγμα του ορθόδοξου μαρξισμού ήταν συχνά συγκρουσιακή, ενώ η δουλειά και η ζωή του ήταν ιδιαίτερα ιδιοσυγκρασιακές. Αν και είχε αναπτύξει έντονα αντιαστικές πεποιθήσεις από μικρή ηλικία, ο νεαρός Μπρεχτ αρχικά απωθήθηκε από τον μπολσεβικισμό. Έζησε την εμπειρία της γερμανικής επανάστασης του 1918 με κάποια αμφιθυμία και αφιερώθηκε στη λογοτεχνική και μη πολιτική δραστηριότητα στη διάρκεια των ταραγμένων πρώτων χρόνων της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Κατέγραψε στα ημερολόγιά του, παραδείγματος χάριν, την αρνητική του αντίδραση σε μια συζήτηση που άκουσε το 1920 για τη Σοβιετική Ένωση, κατά την οποία τον απώθησε η έννοια της σοσιαλιστικής τάξης που συζητείτο. Ο Μπρεχτ είχε αποκτήσει αρνητική εικόνα για τον μπολσεβικισμό και ολοκλήρωσε την καταγραφή του σημειώνοντας ότι προτιμούσε ένα καινούριο αυτοκίνητο από το σοσιαλισμό!

Όμως, από την αρχή της λογοτεχνικής σταδιοδρομίας του ο Μπρεχτ ήταν εχθρός της θεσπισμένης αστικής κοινωνίας. Συνέθεσε ένα έντονα αντιαστικό έργο, τον Βάαλ (1918–1919), το οποίο είχε μια σύνθετη σχέση με τον εξπρεσιονισμό, και το 1919 έγραψε τα Ταμπούρλα στη νύχτα, ένα έργο που πραγματευόταν την απογοήτευση μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη γερμανική επανάσταση. Ο στρατιώτης που επιστρέφει στο έργο, ο Κράγκλερ, γύρισε την πλάτη στη γερμανική επανάσταση μετά τον πόλεμο προκειμένου να πάει στο κρεβάτι με τη φίλη του.

Στο Βερολίνο, στα μέσα της δεκαετίας του ’20, ο Μπρεχτ άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για το μαρξισμό. Συνδέθηκε με έναν ευρύ κύκλο διακεκριμένων αριστερών φίλων και καλλιτεχνών, και εξοικειώθηκε με το μαρξισμό συζητώντας με φίλους και συνεργάτες όπως οι Λήον Φοϋχτβάνγκερ (Leon Feuchtwanger), Φριτς Στέρνμπεργκ (Fritz Sternberg), Τζων Χάρτφηλντ (John Heartfield), Βήλαντ Χερτσφέλντε (Wieland Herzfelde), Άλφρεντ Ντόμπλιν (Alfred Doblin), Χανς Άισλερ (Hans Eisler) και Έρβιν Πισκάτορ (Erwin Piscator). Όπως λέει ο Μπρεχτ, χρειαζόταν πληροφορίες περί των οικονομικών για ένα έργο που σχεδίαζε με τον Πισκάτορ για τη θεατρική σεζόν 1926–1927, αναφορικά με την αγορά σιτηρών στο Σικάγο. Το ημιτελές έργο Σίτος απαιτούσε γνώσεις πάνω στην πώληση και τη διανομή σιτηρών. Ο Μπρεχτ ισχυρίστηκε ότι, αν και μίλησε εκτενώς με σιτεμπόρους, δεν κατάφεραν να του εξηγήσουν επαρκώς τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς σιτηρών, η οποία και παρέμεινε ακατανόητη για το κυρίαρχο ρεύμα στον κλάδο της οικονομίας και των επιχειρήσεων.

Μολονότι το σχεδιαζόμενο θεατρικό παρέμεινε αποσπασματικό (μετονομάστηκε αργότερα σε Τζο Φλαϊσχάκερ), ο Μπρεχτ άρχισε να συμμετέχει τότε σε μαρξιστικές ομάδες μελέτης, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που οργάνωσε ο αιρετικός μαρξιστής Καρλ Κορς (Karl Korsch). Ο άνθρωπος στον οποίο αργότερα αναφερόταν ως «ο μαρξιστής δάσκαλός μου» ήταν ένας από τους πρώτους μαρξιστές διανοούμενους που εκδιώχθηκαν από το κομμουνιστικό κόμμα για «απόκλιση». Ο Κορς ανέπτυξε επίσης μια ισχυρή πρώιμη κριτική του λενινισμού και έπειτα του σταλινισμού. Σε αυτό το άρθρο υποστηρίζω ότι η συγκεκριμένη μπρεχτική εκδοχή του μαρξισμού επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τον «δάσκαλό του» Καρλ Κορς και ότι στην πραγματικότητα η κορσιανή εκδοχή του μαρξισμού διαμόρφωσε την αισθητική θεωρία και πρακτική του Μπρεχτ. Προσπαθώ να καταδείξω ότι ορισμένες μαρξιστικές ιδέες όχι μόνο ήταν κεντρικές στη μπρεχτική κοσμοθεωρία, αλλά και στην ίδια την έννοια της πολιτικής τέχνης του. Συνεπώς, έμφαση θα δοθεί στους τρόπους που η πολιτική αισθητική του, η οποία προήλθε από μαρξιστικές ιδέες, βοήθησε να διαμορφωθεί η ίδια η μορφή του θεάτρου και της γραφής του. Αλλά πρώτα θα εξετάσω πώς ο Μπρεχτ απόκτησε τη δική του έννοια του μαρξισμού και ποια εκδοχή των ιδεών του Μαρξ τον επηρέασε τόσο βαθιά.

 

Κορς και Μπρεχτ

Στην ογκώδη βιβλιογραφία σχετικά με τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο αντίκτυπος στο έργο του της εκδοχής του διαλεκτικού υλισμού που πρέσβευε ο «δάσκαλος» του Μπρεχτ στο μαρξισμό, Καρλ Κορς, δεν έχει διευκρινιστεί επαρκώς [1]. Ο Κορς δεν επηρέασε έντονα μόνο τον τρόπο που ο Μπρεχτ κατανόησε τη μαρξιστική διαλεκτική· οι μαρξιστικές ιδέες που ήταν οι πιο καρποφόρες για την αισθητική πρακτική του Μπρεχτ ήταν ακριβώς οι ιδέες που μοιράζονταν ο Μπρεχτ και ο Κορς όσον αφορά την αντίληψή τους περί διαλεκτικού υλισμού και επαναστατικής πρακτικής. Ο Μπρεχτ χρησιμοποίησε την κορσιανή εκδοχή της μαρξιστικής διαλεκτικής στην αισθητική θεωρία του και την πρακτική, με τρόπο κεντρικό –και όχι τυχαίο– για τη δουλειά του, όπως έχουν ισχυριστεί ορισμένοι κριτικοί [2].

Όπως σημειώνεται, στη δεκαετία του ’20 ο Μπρεχτ άρχισε να μελετά σοβαρά το μαρξισμό προσπαθώντας να γράψει ένα έργο για την αγορά σιτηρών, λίγο πριν καταπιαστεί με την Αγία Ιωάννα των σφαγείων. Στα τέλη της δεκαετίας του ’20, ο Μπρεχτ άρχισε όλο και περισσότερο να ενδιαφέρεται για τη μαρξιστική θεωρία της κοινωνίας και τη διαλεκτική μέθοδο ανάλυσης της κοινωνίας και της ιστορίας. Έγραψε αργότερα: «Όταν διάβασα το Κεφάλαιο του Μαρξ, κατάλαβα τα έργα μου» και περιέγραψε τον Μαρξ ως το «μόνο θεατή για τα έργα μου» (Brecht, Gesammelte Werke [στο εξής GW], τόμ. 20, σελ. 46, και τόμ. 15, σελ. 129).

Για να βοηθηθεί στη μελέτη του μαρξισμού, ο Μπρεχτ επιδίωξε τη γνωριμία με ανθρώπους που θα μπορούσαν να του διδάξουν τις θεμελιώδεις έννοιες και τη μέθοδο. Την περίοδο εκείνη, ο Καρλ Κορς ήταν ένας από τους κύριους μελετητές του Μαρξ στη Γερμανία και επίσης από τους πιο ενεργούς μαχητές στο κομμουνιστικό κίνημα. Μετά τη γερμανική ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την επανάσταση τον Νοέμβριο του 1918, ο κάιζερ εγκατέλειψε τη Γερμανία· το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα κλήθηκε να συγκροτήσει κυβέρνηση. Δημιουργήθηκαν «επιτροπές κοινωνικοποίησης» για να μελετήσουν την κοινωνικοποίηση της βιομηχανίας και ο Κορς υπηρέτησε σε επιτροπή για την κοινωνικοποίηση της βιομηχανίας άνθρακα, αν και, επειδή οι σοσιαλδημοκράτες έχασαν σύντομα την εξουσία, τίποτα δεν υλοποιήθηκε.

Έχοντας βαρεθεί τον ατελέσφορο ρεφορμισμό των σοσιαλδημοκρατών, ο Κορς προσχώρησε στο Ανεξάρτητο Σοσιαλιστικό Κόμμα το 1919 και έπειτα στο κομμουνιστικό κόμμα το 1920. Υπηρέτησε ως υπουργός Δικαιοσύνης σε έναν βραχύβιο αριστερό συνασπισμό στη Θουριγγία το 1923, έγινε συντάκτης του κομμουνιστικού περιοδικού Internationale, διατέλεσε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος και αντιπροσώπευσε τους κομμουνιστές στο Ράιχσταγκ.

Το 1926 ο Κορς, ένα από τα πρώτα θύματα του σταλινισμού, αποβλήθηκε από το κίνημα στο οποίο είχε σε βάθος εμπλακεί και το οποίο είχε έντιμα υπηρετήσει. Έκτοτε κινήθηκε στην πρώτη γραμμή της αριστερής αντιπολίτευσης και ανέπτυξε αιχμηρότατη κριτική ενάντια στη σταλινοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης, της Κομιντέρν και του γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος. Συνεργάστηκε με ποικίλες αριστερές αντιπολιτευτικές ομάδες και δίδαξε μαρξισμό στη Σχολή Καρλ Μαρξ και σε μικρές ομάδες μελέτης στο Βερολίνο. Ο Μπρεχτ συμμετείχε στα μαθήματα αυτά και στην ομάδα μελέτης του Κορς, και έτσι σφυρηλατήθηκε μια μακρόχρονη φιλία μεταξύ τους.

Από την αρχή της συμμετοχής του στο κομμουνιστικό κίνημα στις αρχές του ’20, ο Κορς είδε τη μαρξιστική διαλεκτική ως τον θεωρητικό πυρήνα του μαρξισμού και τη χαρακτήρισε διά των αρχών του ιστορικού προσδιορισμού, της κριτικής και της επαναστατικής πρακτικής. Η αρχή του ιστορικού προσδιορισμού εκφράζει την πρακτική του Μαρξ να κατανοεί όλα τα κοινωνικά φαινόμενα υπό το πρίσμα μιας καθορισμένης ιστορικής εποχής, να αντιλαμβάνεται κάθε κοινωνία και τα φαινόμενα ως ιστορικά προσδιορισμένα, παρά να επιδίδεται σε θεωρητικές γενικεύσεις.

Για τον Κορς, το επίτευγμα του Μαρξ ήταν η ανάλυση των ιστορικά διακριτών και συγκεκριμένων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του καπιταλισμού και της αστικής κοινωνίας, καθώς επίσης και η ανάπτυξη μιας μεθόδου που επιτρέπει την οξυδερκή ανάλυση διακριτών κοινωνικών σχηματισμών και τον ριζικό μετασχηματισμό τους. Η αστική πολιτική οικονομία και θεωρία, από την άλλη πλευρά, εξέταζαν τις μορφές της αστικής κοινωνίας ως καθολικές, αιώνιες και αμετάβλητες σχέσεις, παρά ως ιστορικές μορφές ενός συστήματος πλήρους αντιφάσεων το οποίο υπόκειται σε ριζικό μετασχηματισμό. Τα προβλήματα της οικονομίας, της πολιτικής και του πολιτισμού δεν μπορούν να λυθούν μέσω μιας γενικής αφηρημένης περιγραφής της «καθαυτό οικονομίας» αλλά απαιτούν τη «λεπτομερή περιγραφή των καθορισμένων σχέσεων που υπάρχουν μεταξύ των καθορισμένων οικονομικών φαινομένων σε ένα καθορισμένο ιστορικό επίπεδο ανάπτυξης, καθώς και των καθορισμένων φαινομένων που εμφανίζονται ταυτόχρονα ή κατ’ ακολουθία σε κάθε άλλο τομέα της πολιτικής, δικαιικής και διανοητικής ανάπτυξης» (Korsch, Karl Marx, σελ. 24).

Για τον Κορς, η μαρξιστική διαλεκτική είναι μια κριτική διαλεκτική που στοχεύει στην κριτική και το μετασχηματισμό της υπάρχουσας αστικής τάξης (Korsch, «Why I Am a Marxist», σελ. 64-65). Η μαρξιστική διαλεκτική βλέπει την πραγματικότητα ως διαδικασία συνεχούς αλλαγής και ενδιαφέρεται για εκείνες τις αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς που καθιστούν τον ριζικό μετασχηματισμό εφικτό. Προπάντων, η μαρξιστική διαλεκτική ένωσε την κριτική θεωρία με την επαναστατική πρακτική που θα χειραφετούσε την εργατική τάξη και θα οικοδομούσε το σοσιαλισμό.

Ο Κορς έγραψε το βιβλίο Karl Marx, που συνοψίζει την περιγραφή των βασικών αρχών του μαρξισμού· ήταν φιλοξενούμενος της οικογένειας Μπρεχτ στην εξορία στη Δανία και είχε καθημερινές συζητήσεις με τον Μπρεχτ πάνω στις βασικές έννοιες του μαρξισμού. Έτειναν να συμφωνήσουν στις βασικές αρχές, αν και διαφωνούσαν εκτενώς στην εφαρμογή τους: Ο Κορς ήταν ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στο λενινισμό και στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση, ενώ ο Μπρεχτ ήταν περισσότερο συμπαθών. Για τον Κορς και τον Μπρεχτ, ο μαρξισμός παρείχε «μια νέα επιστήμη της αστικής κοινωνίας». Εξέφραζε οξυδερκείς αντιλήψεις για την εργατική τάξη και επιτίθετο στις απόψεις της άρχουσας αστικής τάξης. Ως δύναμη αντίθεσης στην αστική κοινωνία και στις αρχές της, δεν συνιστά «θετική αλλά κριτική επιστήμη». Είναι επίσης «πρακτική θεωρία» που στοχεύει στον επαναστατικό μετασχηματισμό της αστικής κοινωνίας, ερευνώντας τις ορατές τάσεις στην παρούσα ανάπτυξη της κοινωνίας που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη συντριβή της. Κατά συνέπεια, «δεν πρόκειται μόνο για θεωρία της αστικής κοινωνίας αλλά, συγχρόνως, για θεωρία της προλεταριακής επανάστασης» (Korsch, Karl Marx, σελ. 36) [3].

Τα θεωρητικά γραπτά του Μπρεχτ δείχνουν ότι συμφώνησε με τον Κορς σε αυτά τα ζητήματα και ανέπτυξε το δικό του τρόπο κατανόησης της μαρξιστικής διαλεκτικής ενώ δούλευε στα σεμινάρια του Κορς και σε ομάδες συζήτησης. Στη συνέχεια, θα σκιαγραφήσω τις παραμέτρους της μαρξιστικής αισθητικής του Μπρεχτ, θα παρουσιάσω την επιρροή του Κορς και τελικά θα καταδείξω την αμφιθυμία και τις εντάσεις στη σχέση του Μπρεχτ με το μαρξισμό.

 

Επικό θέατρο: διαλεκτικός υλισμός, αποστασιοποίηση και η πολιτική του διαχωρισμού

Από την οπτική της κορσιανής εκδοχής του μαρξισμού, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι το επικό θέατρο του Μπρεχτ στηρίχτηκε στις μαρξιστικές αρχές του ιστορικού προσδιορισμού και της κριτικής που έμαθε από τον Κορς. Στο επικό θέατρό του ο Μπρεχτ επιδίωξε να φωτίσει τα ιστορικά προσδιορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός περιβάλλοντος, προκειμένου να φανεί πώς το περιβάλλον αυτό επηρέασε, διαμόρφωσε και συχνά συνέτριψε και κατέστρεψε τους χαρακτήρες. Αντίθετα από τους δραματουργούς που εστίασαν στα καθολικά στοιχεία της ανθρώπινης κατάστασης και της μοίρας, ο Μπρεχτ ενδιαφέρθηκε για τις στάσεις και τη συμπεριφορά που υιοθέτησαν οι άνθρωποι ο ένας απέναντι στον άλλο στις συγκεκριμένες ιστορικές καταστάσεις.

Κατά συνέπεια, στην Ακμή και παρακμή της πολιτείας Μαχαγκόνι και την Όπερα της πεντάρας ο Μπρεχτ ενδιαφέρθηκε για το πώς οι άνθρωποι σχετίζονταν ο ένας με τον άλλον στην καπιταλιστική κοινωνία· στη Μάνα Κουράγιο, για το πώς οι έμποροι σχετίζονταν με τους στρατιώτες και τους πολίτες κατά τη διάρκεια του πολέμου, σε μια αναδυόμενη κοινωνία της αγοράς· στα Μέτρα, ο Μπρεχτ απεικόνισε τις επαναστατικές σχέσεις στον αγώνα στην Κίνα. Αποκάλεσε αυτήν την πρακτική «ιστορικοποίηση» και θεώρησε ότι θα μπορούσε καλύτερα να υιοθετηθεί μια κριτική στάση απέναντι στην κοινωνία εάν οι τρέχουσες κοινωνικές καταστάσεις και οι θεσμοί αντιμετωπίζονταν ως ιστορικοί, παροδικοί και υπαγόμενοι στην αλλαγή (Theatre, σελ. 140). Ο Μπρεχτ σκόπευε το επικό θέατρο να εμφανίζει τα συναισθήματα, τις ιδέες και τη συμπεριφορά ως προϊόντα ή αντιδράσεις σε συγκεκριμένες κοινωνικές καταστάσεις, και όχι ως παρουσίαση της ανθρώπινης υπόστασης.

Το πρωταρχικό θεατρικό τέχνασμα του επικού θεάτρου, η αποστασιοποίηση (Verfremdungseffekt ή V-effekt), προορίστηκε να «αποξενώσει» ή να «απομακρύνει» το θεατή και έτσι να αποτρέψει την ενσυναίσθηση και την ταύτιση με την κατάσταση και τους χαρακτήρες, οδηγώντας στην υιοθέτηση μιας κριτικής στάσης απέναντι στη δράση του έργου (Theatre, σελ. 91-99, 136-147, 191-196). Μη επιτρέποντας την ενσυναισθητική ψευδαίσθηση ή τη μίμηση της πραγματικότητας, το επικό θέατρο θα εξέθετε τη λειτουργία των κοινωνικών διαδικασιών και της ανθρώπινης συμπεριφοράς και θα παρουσίαζε έτσι στο ακροατήριο πώς και γιατί οι άνθρωποι συμπεριφέρθηκαν κατά έναν ορισμένο τρόπο στην κοινωνία τους. Παραδείγματος χάριν, η πλεονεξία στο Μαχαγκόνι και την Όπερα της πεντάρας, τα βάσανα της Μάνας Κουράγιο ή η δίωξη του Γαλιλαίου επρόκειτο να κατανοηθούν ως ιστορικά προσδιορισμένες συνιστώσες ενός κοινωνικού περιβάλλοντος, και το θέατρο επρόκειτο να προτρέψει τον θεατή να σκεφτεί γιατί αυτά τα γεγονότα συνέβησαν, παρέχοντας κατά συνέπεια στο ακροατήριο καλύτερη ιστορική κατανόηση και γνώση.

Όπως τόνισε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, η αντίδραση του θεατή στο επικό θέατρο πρέπει να είναι: «Τα πράγματα μπορούν να συμβούν με αυτόν τον τρόπο, αλλά μπορούν επίσης να συμβούν και με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο». Η στρατηγική απέβλεπε να προκαλέσει την περιέργεια, την κατάπληξη και τον κλονισμό, έτσι ώστε να τεθούν ερωτήσεις όπως: «Έτσι είναι τα πράγματα; Τι το προκάλεσε αυτό; Είναι φοβερό! Πώς μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα;». Μια τέτοια κριτική και επικριτική στάση καλλιεργήθηκε επίσης με ένα «μοντάζ εικόνων» και μια σειρά χαρακτηριστικών κοινωνικών σκηνικών εικόνων που ο Μπρεχτ αποκαλούσε «Gestus» [4] (Brecht on Theatre, σελ. 42, 86-87, 104, 134, 139, 198-205). Ήθελε οι θεατές του να δουλέψουν μέσω αυτών των παραδειγμάτων, να συμμετέχουν σε μια ενεργό διαδικασία κριτικής σκέψης που θα παρείχε γνώσεις για τη λειτουργία της κοινωνίας, να δουν την ανάγκη για ριζική κοινωνική αλλαγή και να την εφαρμόσουν.

Το επικό θέατρο του Μπρεχτ έκοψε τους δεσμούς του με το συμβατικό («γαστρονομικό», όπως το αποκαλούσε) θέατρο που παρείχε στο θεατή μια ευχάριστη εμπειρία ή ένα εύπεπτο ηθικό δίδαγμα. Απέρριψε το θέατρο που στόχευε να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, υποστηρίζοντας ότι το θέατρο των ψευδαισθήσεων έτεινε να αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία και να προτρέπει τους θεατές να ταυτίσουν τις αστικές ιδεολογίες με την πραγματικότητα. Ο Μπρεχτ ιδιοποιήθηκε τη θεωρία του Κορς ότι η ιδεολογία είναι μια υλική δύναμη που χρησιμεύει ως σημαντικό εργαλείο της κυριαρχίας· και οι δύο είδαν την ιδεολογία ως δύναμη εξαπάτησης, από την οποία οι άνθρωποι πρέπει να χειραφετηθούν, και προσπάθησαν να δημιουργήσουν έργα που θα έσπαζαν την ταύτιση των ανθρώπων με τις αστικές ιδεολογίες (Korsch, Marxism, σελ. 70-73· GW, τόμ. 18, σελ. 156-158, και τόμ. 20, σελ. 156-158).

Ως εκ τούτου η μπρεχτική πρακτική της κατεδάφισης της ιδεολογίας και της «επεμβαίνουσας σκέψης» είναι μια εφαρμογή της αρχής του Κορς για κριτική της ιδεολογίας και της διανοητικής δράσης. Ο Μπρεχτ θεωρούσε ότι τα έργα του παρέχουν μια εναλλακτική πρόταση στο κυρίαρχο αστικό θέατρο, που θα ανάγκαζε τους θεατές του να σκεφτούν και να εξετάσουν τον κόσμο αυστηρότερα. Τα είδε ως μορφή κριτικής επέμβασης στον αστικό πολιτισμό που θα τον υπονόμευε από τα μέσα. Κατά συνέπεια, και ο Κορς και ο Μπρεχτ είδαν τη διανοητική δράση, καθώς επίσης και την αισθητική και πολιτική θεωρία, ως σημαντική στιγμή στην επαναστατική πρακτική – μαζί με την οικονομική και πολιτική δράση.

Προκειμένου να παραχθεί ένα επαναστατικό θέατρο, ο Μπρεχτ υποστήριξε το «διαχωρισμό των στοιχείων» (Βέμπερ), ή την κατά Μακέημπ «πολιτική του διαχωρισμού». Στις βαρύνουσες σημειώσεις του στην Ακμή και παρακμή της πολιτείας Μαχαγκόνι ο Μπρεχτ διέκρινε το διαχωρισμό λέξεων, μουσικής και σκηνής από το βαγκνερικό Gesamtkunstwerk (συνολικό έργο), το οποίο συγχώνευε τα στοιχεία σε ένα σαγηνευτικό και παντοδύναμο σύνολο όπου λέξη, μουσική και σκηνή δουλεύουν μαζί για να ενσωματώσουν τον θεατή στο αισθητικό όλον (Theatre, σελ. 33-42). Στο «διαχωρισμό των στοιχείων» αντιθέτως, κάθε αισθητικό συστατικό διατηρεί την αυτονομία του και «σχολιάζει» τα άλλα, συχνά σε αντιπαράθεση, για να προκαλέσει τη σκέψη και την αντίληψη.

Για παράδειγμα, στην Όπερα της πεντάρας, πρώτα ο Μακ και η Πόλλυ, και έπειτα ο Μακ και η Τζένυ, τραγουδούν για την αγάπη και το ειδύλλιο. Αλλά το σκηνικό είναι αρχικά μια αποθήκη εμπορευμάτων γεμάτη κλοπιμαία και έπειτα ένα πορνείο, και η πλοκή αφορά μια ιστορία εξαπάτησης και προδοσίας. Οι σκηνές αυτές ενδέχεται να προκαλέσουν τον αναστοχασμό πάνω στην αστική ιδεολογία της αγάπης και στην εκμετάλλευση και προδοσία που, κατά την άποψη του Μπρεχτ, χαρακτηρίζει τις αστικές σχέσεις. Στην ταινία του Μπρεχτ «Kuhle Wampe» [5], ακούγεται η ρομαντική μουσική εκκλησιαστικού οργάνου καθώς ένας νεαρός άνεργος επιστρέφει σπίτι μετά από μία ακόμη μάταιη αναζήτηση εργασίας, δημιουργώντας οδυνηρή αντίθεση μεταξύ μουσικής και εικόνας. Ο Μπρεχτ θεωρούσε ότι η αντίφαση μεταξύ των στοιχείων θα απέτρεπε την ταύτιση και την παθητική αφομοίωση και θα προκαλούσε τον κριτικό αναστοχασμό. Κάθε αισθητικό μέσο διατηρεί την ιδιαίτερη ταυτότητά του, και το αποτέλεσμα είναι ένα σύμφυρμα ανεξάρτητων τεχνών που δημιουργεί προκλητική ένταση.

Η θεωρία του Μπρεχτ για την αισθητική παραγωγή είναι σύμφωνη με το κορσιανό πρότυπο των εργατικών συμβουλίων ως αυθεντικών οργάνων της σοσιαλιστικής πρακτικής. Γιατί, όπως ακριβώς ο Κορς προώθησε τη δημοκρατική, συμμετοχική δραστηριότητα της συμπαραγωγής στις σφαίρες της εργασίας και της πολιτικής, ο Μπρεχτ προώθησε το ίδιο είδος της συμμετοχής στην αισθητική παραγωγή του [6]. Ο Μπρεχτ δούλευε, όποτε ήταν δυνατόν, σε κολεκτίβες στις οποίες μια ομάδα συναδέλφων συνεργαζόταν στην παραγωγή. Τον προσέλκυσαν ιδιαιτέρως το ραδιόφωνο και ο κινηματογράφος ως υποδείγματα της υψηλότερης ανάπτυξης των δυνάμεων παραγωγής και επειδή εμπεριείχαν ένα νέο είδος συλλογικής εργασίας. Είδε τους συνεργάτες του ως σημαντικούς μετέχοντες στη δημιουργική διαδικασία, και όλοι ενθαρρύνθηκαν να συμβάλουν στην παραγωγή του έργου τέχνης. Μια τέτοια επανάσταση στην αντίληψη περί δημιουργίας, που απορρίπτει την έννοια του δημιουργού ως μοναχικής μεγαλοφυΐας, στόχευε να αλλάξει την αισθητική παραγωγή άρδην, όπως τα εργατικά συμβούλια στόχευαν να επαναστατικοποιήσουν τη βιομηχανική και πολιτική οργάνωση, παρέχοντας κατά συνέπεια εκ των προτέρων ένα πρότυπο για τη σοσιαλιστική πολιτισμική οργάνωση.

Και ο Μπρεχτ και ο Κορς τονίζουν την πρωταρχική σημασία της παραγωγής στην κοινωνική ζωή και βλέπουν το σοσιαλισμό ως σταθερή επαναστατικοποίηση των δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής. Έτσι, σε αντίθεση με κριτικούς όπως ο Γκέοργκ Λούκατς, ο Μπρεχτ υπεράσπισε την ανάγκη να καινοτομήσει, να πειραματιστεί και να δημιουργήσει νέες αισθητικές φόρμες. Υποστήριξε ότι, αφού ο μηχανισμός της αισθητικής παραγωγής δεν ελεγχόταν ακόμα από τους καλλιτέχνες και δεν εργαζόταν για το γενικό καλό, οι επαναστατικοί καλλιτέχνες έπρεπε να προσπαθήσουν να αλλάξουν το μηχανισμό. Τα «μέσα ευχαρίστησης» έπρεπε να αποτελέσουν «αντικείμενο διδασκαλίας και να μετατραπούν ορισμένοι θεσμοί από χώρους ψυχαγωγίας σε όργανα μαζικής επικοινωνίας» (Theatre, σελ. 33-36, 42). Η τέχνη του Μπρεχτ στόχευε έτσι σε μια ριζοσπαστική παιδαγωγική που θα παρείχε πολιτική εκπαίδευση, θα καλλιεργούσε τα πολιτικά ένστικτα και θα προκαλούσε την επαναστατική πολιτική πρακτική.

 

Το διδακτικό έργο ως πρότυπο του μπρεχτικού επαναστατικού θεάτρου

Παράλληλα με τη δουλειά του για το επικό θέατρο, για την οποία φοβόταν ότι ίσως ήταν «συμβατική όπως πάντα» (Theatre, σελ. 41), ο Μπρεχτ ανέπτυξε έναν νέο τύπο θεάτρου που αποκαλούσε «Lehrstück» (διδακτικό έργο). Εδώ, επίσης, η επιρροή του Κορς είναι εμφανής, όπως σημείωσε ο Χανς Άισλερ, καθώς τα έργα αυτά μοιάζουν με πολιτικά σεμινάρια. Ο Μπρεχτ τα περιέγραψε ως «συλλογική πολιτική συνάντηση» στην οποία το ακροατήριο πρόκειται να συμμετάσχει ενεργά (GW, τόμ. 18, σελ. 132). Βλέπει κανείς σε αυτό το πρότυπο την απόρριψη της έννοιας του γραφειοκρατικού κόμματος των ελίτ, όπου οι θεωρητικοί και τα στελέχη πρόκειται να δώσουν ντιρεκτίβες και να ελέγξουν τις δραστηριότητες των μαζών. Σε αυτά τα έργα, το σωστό δόγμα και η πρακτική θα ανακαλύπτονταν και θα υλοποιούνταν μέσω της συμμετοχικής, συλλογικής πρακτικής, όχι μέσω της άνωθεν χειραγώγησης και κυριαρχίας· δηλαδή τα διδακτικά έργα επρόκειτο να λειτουργήσουν όπως ο Κορς είχε φανταστεί τη λειτουργία των εργατικών συμβουλίων.

Ο Μπρεχτ συνέλαβε τα «διδακτικά έργα» ως πρότυπο για το «θέατρο του μέλλοντος». Ενσάρκωναν τις αρχές της πολιτικής αισθητικής του, η οποία θα δημιουργούσε έναν νέο τύπο συμμετοχικής κουλτούρας που θα προήγαγε την επανάσταση. Είδε τα επικά δράματά του, αντίθετα, ως «μορφές συμβιβασμού» τώρα. Θεώρησε τον Γαλιλαίο «τεχνικά ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω» (Brecht, Journals, σελ. 23), εξαιτίας των συνθηκών της παραγωγής στην εξορία και αυτών που επικρατούσαν τα πρώτα χρόνια στη ΛΔΓ [7]. Τα διδακτικά έργα ήταν έτσι τα πιο εμφανώς πολιτικά έργα του Μπρεχτ και η ριζοσπαστικότερη προσπάθειά του να πολιτικοποιήσει την τέχνη.

Στη «θεωρητική παιδαγωγική» του για ένα σοσιαλιστικό μέλλον, ο Μπρεχτ υποστήριξε ότι η ευχαρίστηση αποκλειστικά για την ευχαρίστηση δεν συνεισέφερε στην καλλιέργεια των κατάλληλων κοινωνικών απόψεων και συμπεριφοράς. Ένα σοσιαλιστικό θέατρο θα προσπαθούσε να αποβεί χρήσιμο στο κράτος και να κοινωνικοποιήσει τα άτομα εμφυσώντας τους τις κατάλληλες σοσιαλιστικές αξίες (GW, τόμ. 17, σελ. 10-23). Τα διδακτικά έργα ήταν ανώτερα από το επικό θέατρο, κατά την άποψη του Μπρεχτ, επειδή ήταν παιδαγωγικώς αποτελεσματικότερα και για τους καλλιτεχνικούς παραγωγούς και για το ακροατήριο, που θα συμμετείχαν έτσι πιο άμεσα και δημιουργικά στην αισθητική εμπειρία. Οι ηθοποιοί και το ακροατήριο επρόκειτο να διακρίνουν την κοινωνική από τη μη κοινωνική συμπεριφορά με τη μίμηση των τρόπων συμπεριφοράς, σκέψης, ομιλίας και σύναψης σχέσεων. Μέσα σε ένα μόνο έργο οι ηθοποιοί αντάλλαζαν συχνά ρόλους, έτσι ώστε να μπορούν να δοκιμάσουν τις καταστάσεις από διαφορετικές οπτικές.

Παραδείγματος χάριν, το διδακτικό έργο Τα μέτρα φέρνει αντιμέτωπο το ακροατήριο με τα βασικά θέματα της επανάστασης: βία, πειθαρχία, δομή του κόμματος, σχέση με τις μάζες, επαναστατική δικαιοσύνη και τα λοιπά. Στην πλοκή, οι επαναστάτες αναγκάζονται να θυσιάσουν ένα σύντροφο για να προωθήσουν τους στόχους της επανάστασης, και εκείνος υποκύπτει στην πειθαρχία. Δεν διατυπώνεται κανένα «ορθό δόγμα»· οι ηθοποιοί πρόκειται να παρουσιάσουν μια σκηνή και να τη συζητήσουν έπειτα με το ακροατήριο. Πράγματι, παρακολούθησα μια παράσταση αυτού του έργου τη δεκαετία του ’70· πυροδότησε την επίμονη συζήτηση μεταξύ των μελών του ακροατηρίου (σταλινικών, τροτσκιστών, μελών της Νέας Αριστεράς, φιλελεύθερων και σκληροπυρηνικών αντικομμουνιστών) σχετικά με την πολιτική και την ηθική.

Ο Μπρεχτ επιδίωκε αυτή η περίσταση αφενός να προκαλέσει τη συμμετοχή του ακροατηρίου, αφετέρου να προσφέρει πολιτική εκπαίδευση. Όπως στο πρότυπο του Κορς για τα εργατικά συμβούλια, δεν πρέπει να υπάρχει καθιερωμένη ιεραρχία στην παραγωγή των διδακτικών έργων αλλά δημοκρατική συμμετοχή στη συμπαραγωγή. Επιπλέον, το ακροατήριο ενθαρρύνεται να προτείνει δράσεις που θα έπρεπε να γίνουν και να συμμετέχει επίσης ως μέλος της χορωδίας. Όπως με το πρότυπο του Κορς για τον δημοκρατικό σοσιαλισμό, οι άνθρωποι επρόκειτο να εφαρμόσουν τις αρχές της επαναστατικής πρακτικής, της στρατηγικής και της τακτικής, και όχι των θεωρητικών ή των γραφειοκρατών της κομματικής ελίτ. Επιπλέον, το καθήκον του επαναστάτη καλλιτέχνη δεν είναι εδώ να φτιάξει το ευχάριστο κομματικό δόγμα για εύκολη αφομοίωση, αλλά να ενθαρρύνει την επαναστατική σκέψη και την κριτική. Αυτή η θέση συνιστούσε σαφή απειλή για τους γραφειοκράτες αξιωματούχους του κόμματος, οι οποίοι αντιτάχθηκαν μεθοδικά στο έργο του Μπρεχτ.

Τα διδακτικά έργα έφεραν αντιμέτωπο το ακροατήριο με καταστάσεις σαν τη θυσία για το καλό του κοινού, όπως στο Πέταγμα πάνω από τον ωκεανό και στην Καντάτα του Μπάντεν Μπάντεν, ή την εγωιστική τοποθέτηση πάνω από τους υπόλοιπους, όπως στα ατελή έργα Φάτσερ και Βάαλ. Συχνά παρουσιάζονταν αντικρουόμενα πρότυπα εξυπηρέτησης ή εκμετάλλευσης (Η εξαίρεση και ο κανόνας), κοινωνικής συναίνεσης ή άρνησης (Αυτός που λέει ναι και αυτός που λέει όχι), αποτελεσματικής ή ατελέσφορης επαναστατικής πρακτικής (Τα μέτρα). Ο Μπρεχτ αποκάλεσε αυτήν την πρακτική συμμετοχής των παραγωγών και του ακροατηρίου «μείζονα παιδαγωγική», που θα μετέτρεπε τους ηθοποιούς/ακροατήριο σε πολιτικούς και φιλοσόφους. Εκτιμώντας ότι η «ελάσσων παιδαγωγική» του επικού θεάτρου απλώς «εκδημοκράτισε το θέατρο στην προεπαναστατική περίοδο», η «μείζων παιδαγωγική» μετασχηματίζει εντελώς το ρόλο των παραγωγών και «καταργεί το σύστημα του ηθοποιού και του θεατή» (Werke, τόμ. 21, σελ. 396· GW, τόμ. 17, σελ. 1022-1024).

Ο Μπρεχτ προόριζε τα διδακτικά έργα του για τα σχολεία, τα εργοστάσια ή τις πολιτικές ομάδες· οι ηθοποιοί και τα ακροατήρια θα μπορούσαν να διαβάσουν, να αυτοσχεδιάσουν και να αλλάξουν τα έργα κατά βούληση, όπως ο ίδιος ο Μπρεχτ είχε κάνει στα έργα δουλεύοντας με πολλές διαφορετικές ομάδες. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την αντίληψη του Μπρεχτ για τη χειραφετητική παιδαγωγική και το επαναστατικό θέατρο, τα διδακτικά έργα δεν αποσκοπούν στο να υποστηρίξουν συγκεκριμένα δόγματα, παραδίδοντας μαθήματα για εύκολη κατανάλωση, ή στο να λειτουργήσουν ως προπαγάνδα. Αντιθέτως, τα έργα πρόκειται να εμπλέξουν ένα μικρό ακροατήριο σε μια διαδικασία μάθησης.

Ο Μπρεχτ είδε τα διδακτικά έργα του σαν μια σειρά «κοινωνιολογικών πειραμάτων», ως «προθέρμανση» ή «πνευματική γυμναστική» για τους διαλεκτικούς. Θεωρούσε ότι τα διδακτικά έργα θα επαναστατικοποιούσαν ριζικά τον θεατρικό μηχανισμό. Κατά συνέπεια δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως δευτερεύοντα έργα, όπως πολλοί κριτικοί έχουν προτείνει, αλλά να αντιμετωπιστούν ως σημαντικά παραδείγματα της αντίληψης του Μπρεχτ για το πολιτικό θέατρο. Ο Μπρεχτ πάντως επέστρεψε στο επικό θέατρο με την έλευση του φασισμού και υπό τις συνθήκες της εξορίας, γιατί τα διδακτικά έργα ήταν βιώσιμα μόνο όπου υπήρχαν πολιτικές ομάδες που θα μπορούσαν να τα εκτελέσουν και ένα ακροατήριο που θα μπορούσε να τα συσχετίσει με την επαναστατική πρακτική. Τα τελευταία χρόνια στη ΛΔΓ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έστρεψε πάλι την προσοχή του στο διδακτικό έργο και συνέστησε να θεωρηθούν τα Μέτρα πρότυπο για το επαναστατικό θέατρο του μέλλοντος (Steinweg, Lehrstück, σελ. 102-103).

 

Με-τι: ο διαλεκτικός υλισμός στη λογοτεχνία και οι πολιτικές αντιφάσεις του Μπρεχτ

Κατά την παραμονή του στην εξορία ο Μπρεχτ αναγκάστηκε να αναπτύξει νέες αισθητικές φόρμες, δεδομένου ότι ήταν συχνά δύσκολο να βρεθούν θέατρα για να ανεβάσει τα έργα του. Κατά συνέπεια, πιστεύω ότι τα πεζογραφήματα της περιόδου της εξορίας, όπως ο Με-τι, οι Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ, και το Μυθιστόρημα Τούι [8], καθώς επίσης και το Arbeitsjournal (ημερολόγιο εργασίας) του Μπρεχτ μπορούν να ιδωθούν ως επέκταση των αισθητικών πειραμάτων του στη σφαίρα της πεζογραφίας. Ένα τέτοιο πείραμα, ο Με-τι, ενσαρκώνει τις αρχές της πολιτικής αισθητικής του στο πεδίο της πεζογραφίας, ενώ ταυτόχρονα εκφράζει τις πολιτικές συγκρούσεις της εποχής και, όπως εγώ το βλέπω, παρουσιάζει τις αντιφάσεις και τις αμφισημίες της πολιτικής θέσης του Μπρεχτ.

Το κείμενο γράφτηκε στην εξορία κατά τις δεκαετίες του ’30 και του ’40 και φέρει έντονα τα σημάδια από τη συνεργασία του Μπρεχτ με τον Κορς. Ο Μπρεχτ άρχισε συλλέγοντας αποσπάσματα για ένα βιβλίο πάνω στην κοινωνική ηθική με τον τίτλο «Büchlein mit Verhaltenslehren» [Φυλλάδιο για την ηθική διδασκαλία] (GW, τόμ. 12, σελ. 2). Το διάστημα 1935–1936, όταν ο Κορς έμενε με τον Μπρεχτ στη Δανία, συνέχισε να εργάζεται στη μελέτη αυτή, η οποία από βιβλίο για την κοινωνική ηθική, βασισμένο στη διδασκαλία του αρχαίου Κινέζου φιλοσόφου Μο-τζου (στα γερμανικά: Με-τι), επεκτάθηκε σε αφοριστικό στοχασμό αναφορικά με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση και σε όχημα για να εκφράσει με αφοριστικό τρόπο τις συζητήσεις της εποχής.

Ο Με-τι έχει τον υπότιτλο «Βιβλίο των αλλαγών», έννοια παρμένη από το κλασικό κινεζικό κείμενο Ι-Τσινγκ ή Βιβλίο των αλλαγών. Το κείμενο είναι ιδιαίτερα πολύτιμο διότι διατυπώνει τη σύνθετη θέση του Μπρεχτ αναφορικά με το μαρξισμό, παρουσιάζοντας έναν διάλογο μεταξύ σημαντικών θεωρητικών του μαρξισμού, όπου οι κλασικοί θεωρητικοί φέρουν κινεζικά ψευδώνυμα. Ο ίδιος ο Μπρεχτ γοητεύτηκε αμέσως από τις ιδέες του δημοκρατικού σοσιαλισμού, με τις οποίες συντάχθηκαν η Λούξεμπουργκ και ο Κορς, και του αυταρχικού κομμουνισμού των Λένιν και Στάλιν [9]. Μια κάποια ένταση μεταξύ του Μπρεχτ και του ορθόδοξου λενινισμού, εξαιτίας της πολιτικής όσο και αισθητικής άποψης που παρουσίαζαν τα έργα του, εκδηλώθηκε με την εχθρική αντιμετώπιση του έργου του από το γερμανικό κομμουνιστικό κόμμα, και οδήγησε επίσης στη διαμάχη με τον Λούκατς αναφορικά με το επίσημο αισθητικό δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού [10]. Αν και η θέση του Μπρεχτ μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα ήταν διφορούμενη, ο ίδιος παρουσιαζόταν ως ορθόδοξος μαρξιστής, ένθερμος θιασώτης του Λένιν, και υπεράσπισε δημόσια την κομμουνιστική ορθοδοξία επί Στάλιν. Κατ’ ιδίαν, ο σταλινισμός και οι εξελίξεις στη Σοβιετική Ένωση του προκαλούσαν ανάμεικτα αισθήματα και αμφιβολίες. Αυτές οι αμφιβολίες, που ο Μπρεχτ εμπιστεύτηκε σε αιρετικούς μαρξιστές όπως ο Κορς και ο Μπένγιαμιν, βρήκαν τη λογοτεχνική έκφρασή τους στον Με-τι, μια από τις σημαντικότερες πηγές για το μέγεθος της επιρροής του Καρλ Κορς και για τις πολιτικές αντιφάσεις του Μπρεχτ.

Υπάρχουν τυπικές ομοιότητες μεταξύ του μυθιστορήματος Με-τι και των διδακτικών έργων του Μπρεχτ. Και τα δύο προκαλούν τη σκέψη και τη συζήτηση πάνω στην επαναστατική θεωρία και πρακτική, δεν διαδίδουν απλά αποστεωμένα δόγματα ή την κομματική γραμμή. Τα κύρια θέματα του Με-τι, «η μείζων μέθοδος» (διαλεκτική), «η μείζων τάξη» και «η μείζων παραγωγή» (σοσιαλισμός), παρουσιάζονται υπό μορφή αφοριστικών συζητήσεων στις οποίες ο λενινισμός, ο σταλινισμός και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση αναμετριούνται με τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς, του Κορς, της Λούξεμπουργκ και του Τρότσκι. Ο αναγνώστης αναγκάζεται να σκεφτεί μέσω της αντιπαράθεσης των κλασικών και των σύγχρονων μαρξιστών θεωρητικών και να αξιολογήσει μόνος του τα γεγονότα στη Σοβιετική Ένωση. Επιπλέον, στον αναγνώστη παρουσιάζονται ψήγματα πολιτικής ηθικής μέσω της οποίας μπορεί κανείς να κρίνει τα σύγχρονα γεγονότα.

Αν και ο Μπρεχτ παίρνει μέρος στους αφοριστικούς διαλόγους, δεν αντιπροσωπεύει μια προνομιούχο άποψη, ούτε άλλωστε ο Με-τι, ο Μι-εν-λε (Λένιν), ο διδάσκαλος Κο (Κορς), ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς συμμετέχοντες. Οι αναγνώστες αυτού του λογοτεχνικού πειράματος είναι άρα συνάδελφοι που συνεισφέρουν τη γνώμη τους ώστε να διατυπωθεί επαναστατική κριτική και στοχασμός πάνω στη μαρξιστική θεωρία και πρακτική, καθώς επίσης και στην πρακτική ηθική. Πράγματι, ο Μπρεχτ βλέπει την ηθική και την πολιτική ως αλληλένδετες, και ένας από τους στόχους του Με-τι είναι να γίνει αυτή η σχέση σαφής και πειστική.

Σε ολόκληρο τον Με-τι, ο Μπρεχτ εφαρμόζει την υλιστική αντίληψη της ιστορίας στην ιστορία του ιστορικού υλισμού, όπως έκανε νωρίτερα ο Κορς. Όπως θα δείξω, ο Μπρεχτ αποδέχτηκε μεγάλο μέρος της κορσιανής κριτικής απέναντι στο σταλινισμό και αντιμετώπισε με σοβαρότητα το επιχείρημα του Κορς ότι τα εργατικά συμβούλια (σοβιέτ ή Räte), και όχι η κομματική γραφειοκρατία, ήταν τα αυθεντικά όργανα του σοσιαλισμού [11]. Όπως ο Κορς, έτσι και ο Μπρεχτ αναλύει πώς οι ύστερες μαρξιστικές θεωρίες και πρακτική, που υλοποίησαν ή απέτυχαν να υλοποιήσουν τις ιδέες του Μαρξ, στη συνέχεια αξιολογήθηκαν αυστηρά με βάση τα αποτελέσματα που είχαν (ή δεν είχαν). Ένα εδάφιο, «Η γνώμη του φιλοσόφου Ko σχετικά με την οικοδόμηση της τάξης στο Σου» (GW, τόμ. 12, σελ. 537), αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα της κατάστασης που ο Μπρεχτ ανέλυε όταν συνέδεε το μαρξισμό με τις εξελίξεις στη Σοβιετική Ένωση. Αποδεικνύει ότι ο Λένιν «δημιούργησε έναν ισχυρό κρατικό μηχανισμό για την οικοδόμηση της μείζονος τάξης, ο οποίος αναγκαστικά γίνεται εμπόδιο για τη μείζονα τάξη στο εγγύς μέλλον».

Εδώ ο Μπρεχτ αναφέρεται στο μαρξιστικό δόγμα του μαρασμού του κράτους κατά τη μετάβαση σε ένα ανώτερο στάδιο του σοσιαλισμού. Η επίπτωση είναι ότι ακριβώς η δημιουργία γραφειοκρατικής τάξης, όπως συνέβη στη Σοβιετική Ένωση, θα αποτελέσει θανάσιμο εμπόδιο στη δημιουργία μιας δημοκρατικότερης μορφής σοσιαλισμού – και όντως έτσι έγινε. Ο Μπρεχτ αναφέρεται έπειτα στην κριτική του Κορς ότι «ο φύλακας της τάξης θα είναι εμπόδιο για την τάξη», σχετικά με την πεποίθηση του τελευταίου ότι η σταλινική γραφειοκρατία θα απέτρεπε την ανάπτυξη ενός χειραφετητικού σοσιαλισμού. Ο Μπρεχτ προήγαγε επίσης τη θέση του Κορς ότι «στην πραγματικότητα οι μηχανισμοί λειτουργούσαν πάντα πολύ άσχημα και στη συνέχεια σάπιζαν και βρομούσαν».

Επιπλέον, ο Μπρεχτ αναφέρεται στη θέση του Κορς ότι η μάχη εξουσίας μεταξύ του Στάλιν και του Τρότσκι προμήνυε την εγκατάλειψη του λενινισμού και ότι ο Τρότσκι «πρότεινε μόνο κάποιες, μάλλον αμφισβητήσιμες μεταρρυθμίσεις». Το συμπέρασμα ότι «εκείνες οι αρχές που προτάθηκαν από τον Ko χαρακτηρίζονταν σαφώς από αδυναμία ενώ οι αρχές του Μι-εν-λε ήταν ισχυρότερες, όμως ο Κο χαρακτήριζε θαυμάσια την αδυναμία των αρχών του Μι-εν-λε», καταδεικνύει ότι υπάρχουν σοβαρές αδυναμίες στο λενινισμό και υπαινίσσεται ότι υπήρχαν οξείες εντάσεις στις πολιτικές απόψεις του Μπρεχτ. Αν και ο Μπρεχτ δεν αποδέχτηκε όλες τις έντονες επιθέσεις στη Σοβιετική Ένωση, το λενινισμό και το σταλινισμό, εξέταζε αδιαλείπτως τις απόψεις του Κορς και τις ενσωμάτωσε σε αρκετά σημεία στον Με-τι.

Για παράδειγμα, ένας αφορισμός στις «Δίκες του Νι-εν [Στάλιν]» είναι αισθητά επικριτικός απέναντι στις δίκες του Στάλιν και στην καταστολή των αντιπάλων του (GW, τόμ. 12, σελ. 538). Πράγματι, είναι ενδιαφέρον ότι ο κινεζικός χαρακτήρας που ο Μπρεχτ επιλέγει για τον Στάλιν (Νι-εν) δηλώνει το «όχι», ένας χαρακτήρας της άρνησης, υπονοώντας κατά συνέπεια ότι ο Στάλιν είναι μια αρνητική δύναμη, ότι είναι μια άρνηση της αυθεντικής μαρξιστικής διδασκαλίας. Όμως ο Στάλιν παρουσιάζεται ως «χρήσιμος» στη φράση του Μπρεχτ για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, επειδή έχει κάνει πραγματικά κάτι για να οικοδομήσει το σοσιαλισμό, αντίθετα από τους διανοούμενους (οι Tuis του Μπρεχτ) που μιλούν μόνο και δεν έχουν το φορτίο της λήψης των πραγματικών αποφάσεων. Ο Μπρεχτ φαίνεται επίσης να υπονοεί ότι, ενώ είναι δυνάμει χρήσιμο να απομακρυνθούν οι εχθροί του σοσιαλισμού, ακόμη και μέσα από δίκες, οι δίκες-βιτρίνα που διεξήχθησαν από τον Στάλιν έκαναν κακό στους ανθρώπους· παρουσιάζει έτσι μια ελαφρώς διαφοροποιημένη, αν και προβληματική θέση απέναντι στις δίκες του Στάλιν μέσω των οποίων εξουδετέρωσε τους αντιπάλους του και οργάνωσε ένα σύστημα τρομοκρατίας και στρατοπέδων εξόντωσης.

Επιπλέον, ο Μπρεχτ επέκρινε τη δεσποτική διακυβέρνηση του Στάλιν στον αφορισμό «Δεσποτική διακυβέρνηση του Νι-εν» (GW, τόμ. 12, σελ. 538). Εδώ ο Μπρεχτ επικρίνει σαφώς τη δεσποτική διακυβέρνηση του Στάλιν ως επιστροφή στην αυταρχική μορφή του αυτοκράτορα. Ο Μπρεχτ δείχνει την κοινή καταγωγή των Λένιν και Στάλιν, το επίτευγμα του Λένιν να καταλάβει την εξουσία και την οπισθοδρόμηση του Στάλιν. Ο Μπρεχτ υποδεικνύει ότι η καθυστέρηση της Σοβιετικής Ένωσης, που και ο Λένιν υπογράμμισε, βοήθησε να δημιουργηθεί μια κατάσταση στην οποία ένας απολυταρχικός άρχοντας, όπως ο Στάλιν, θα μπορούσε να ασκήσει απόλυτη εξουσία ελλείψει εδραιωμένων δημοκρατικών παραδόσεων.

Ο Μπρεχτ συνεχίζει την κριτική του –έντονα επηρεασμένος από τον Κορς– στον αφορισμό «Συγκρότηση και οπισθοδρόμηση υπό τον Νι-εν» (GW, τόμ. 12, σελ. 539). Ο Μπρεχτ εγκωμιάζει εδώ τις προόδους στην κολεκτιβοποίηση της βιομηχανίας και της γεωργίας και υπαινίσσεται ότι όλη η σοφία κατευθύνθηκε προς την οικονομική συγκρότηση και «απομακρύνθηκε από την πολιτική». Για τον Μπρεχτ, ο σοσιαλισμός αποτέλεσε έναν καλύτερο τρόπο παραγωγής· φαίνεται να σκεφτόταν ότι η Σοβιετική Ένωση είχε τουλάχιστον επαναστατικοποιήσει την παραγωγή, και θα μπορούσε να την επαινέσει κανείς από αυστηρά οικονομική άποψη. Όμως στην πολιτική η Σοβιετική Ένωση ανέπτυξε μια μορφή δεσποτικής εξουσίας και όχι δημοκρατίας. Ακολουθώντας την κριτική του Κορς, ο Μπρεχτ σημειώνει επίσης πώς η έλλειψη πολιτικής δημοκρατίας έβλαψε τα κομμουνιστικά κόμματα εκτός Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και τους καλόβουλους επικριτές στο εσωτερικό της. Ωστόσο ο Μπρεχτ επικρίνει τον διδάσκαλο Ko (Κορς) για την απομάκρυνση από τη μείζονα μέθοδο – κριτική μόνο μερικώς αληθινή επειδή ο Κορς συνέχισε να πιστεύει στη δύναμη της διαλεκτικής μεθόδου και στον δημοκρατικό σοσιαλισμό των εργατικών συμβουλίων, αν και απέρριψε σαφώς τη μορφή κομμουνισμού που αναπτύχθηκε στη Σοβιετική Ένωση.

Οι αφορισμοί του Με-τι μπορούν να θεωρηθούν απλώς ένα λογοτεχνικό πείραμα που ο Μπρεχτ δεν δημοσίευσε και δεν ολοκλήρωσε ποτέ, και ενδέχεται κανείς να υποστηρίξει ότι ήταν απόψεις που ο Μπρεχτ πρότεινε προς συζήτηση και δεν εξέφραζαν τη θέση του. Δεν δημοσίευσε ποτέ τον Με-τι, το οποίο δείχνει την απροθυμία του να επιτεθεί στον Στάλιν και στη Σοβιετική Ένωση ανοιχτά. Η ίδια αμφιθυμία απέναντι στον Στάλιν και στη Σοβιετική Ένωση, εντούτοις, εμφανίζεται στα ημερολόγιά του (Journals), όπου εξέτασε την κριτική του Κορς με τη μέγιστη σοβαρότητα. Ο Με-τι αντιπροσωπεύει την περιεκτικότερη μπρεχτική αντιπαράθεση των θέσεων του Κορς με τα «επίσημα» μαρξιστικά δόγματα και δείχνει ότι καθ’ όλη την περίοδο της εξορίας συλλογίστηκε ζητήματα του πρακτικού και θεωρητικού μαρξισμού. Ο Με-τι, οι επιστολές του Μπρεχτ και τα ημερολόγιά του δείχνουν ότι συνέχισε να στοχάζεται και να αντιπαραβάλλει τις απόψεις του με τις ιδέες του δασκάλου και φίλου του Καρλ Κορς, του θεωρητικού που βοήθησε να δημιουργηθεί η βάση για τη μαρξιστική αισθητική του Μπρεχτ.

 

Συμπέρασμα

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Μπρεχτ άφησε την εξορία του στις Ηνωμένες Πολιτείες και κλήθηκε να φτιάξει μια θεατρική ομάδα στο Ανατολικό Βερολίνο, το Μπερλίνερ Ανσάμπλ· τελικά του παραχωρήθηκε ένα θέατρο όπου εργάστηκε ως επικεφαλής δραματουργός στη ΛΔΓ. Αν και ο Μπρεχτ παρέμεινε κατά κάποιο τρόπο ορθόδοξος κομμουνιστής, δεν μπορεί πραγματικά να θεωρηθεί απολογητής του σταλινισμού καθώς, όπως έδειξα, επηρεάστηκε βαθιά από τον αιρετικό μαρξισμό του Καρλ Κορς και ήταν αισθητά επικριτικός απέναντι στον Στάλιν στα αδημοσίευτα γραπτά του. Το 1953, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των εργαζομένων στο Ανατολικό Βερολίνο ενάντια στο σταλινικό καθεστώς, ο Μπρεχτ έκανε μερικά αινιγματικά σχόλια που φάνηκαν να υποστηρίζουν το αίτημα των εργαζομένων, αλλά κατόρθωσε να κρατήσει την επίσημη θέση του στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ.

Η βαρύνουσα επιρροή του μαρξισμού, όμως, εμφανίζεται κυρίως στο έργο του, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου συνιστά σημαντικό παράδειγμα μιας αισθητικής θεωρίας και πρακτικής που επηρεάζονται από το μαρξισμό, αν και κριτικής φύσης. Πράγματι, εκ των υστέρων η πίστη του Μπρεχτ στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση ήταν λανθασμένη, ενώ η κριτική του Κορς στο σταλινισμό και στην παραμόρφωση του σοσιαλισμού στο σοβιετικό μπλοκ αποδείχτηκε ακριβέστερη. Όμως ήταν ακριβώς η κορσιανή ερμηνεία της μαρξιστικής θεωρίας που παρείχε τη βασική ώθηση για την αισθητική θεωρία και παραγωγή του Μπρεχτ, και παρά την κατάρρευση του κομμουνισμού πολλές από τις μαρξιστικές εκείνες ιδέες παραμένουν χρήσιμες σήμερα.

Είναι ειρωνεία της ιστορίας ότι η μαρξιστική θεωρία αποδείχτηκε πολυτιμότερη από την πραγματική μαρξιστική πολιτική, λαμβάνοντας υπόψη την κατάρρευση ολόκληρου του σοβιετικού σοσιαλιστικού μπλοκ τα τελευταία χρόνια. Όμως ο Μπέρτολτ Μπρεχτ βρήκε στο μαρξισμό μια παραγωγική πηγή ιδεών όχι μόνο για να κατανοήσει την εργασία αλλά και για να επαναστατικοποιήσει την τέχνη. Κατά συνέπεια, συνιστά ειρωνεία ότι η μαρξιστική επανάσταση είχε πιο καρποφόρα αποτελέσματα στη θεωρία και την πολιτιστική πρακτική απ’ ό,τι στην πολιτική σφαίρα.

 

Υποσημειώσεις:

[1] Η σχέση του Μπρεχτ με τον Καρλ Κορς συζητήθηκε αρχικά από τον Rasch. Συνεισέφεραν ακόμα οι Müller, Moenz-Koenen, Steinweg, Brüggemann, Buono και Mittenzwei· βλ. επίσης Alternative, τεύχ. 41, 1965, και τεύχ. 105, 1975

[2] Βλ. Alternative, τεύχ. 91, 1973, και τεύχ. 93, 1973. Στους αναλυτές που υποτιμούν το μαρξισμό του Μπρεχτ, ή μειώνουν τη σημασία του, περιλαμβάνονται ο Esslin και ο Bentley, που προσπαθεί να αποσυνδέσει τον Μπρεχτ από το μαρξισμό και να τον συνδέσει με τον Μπέκετ.

[3] Ο Μπρεχτ ανέτρεχε στον Κορς για θεωρητικά και αισθητικά ζητήματα καθ’ όλη την περίοδο της εξορίας: βλ την αλληλογραφία Κορς–Μπρεχτ: Alternative, τεύχ. 41, 1965, και τεύχ. 105, 1975. Ένα μεγάλο μέρος των «Μαρξιστικών μελετών» του Μπρεχτ είναι διάλογος με τον Κορς: βλ. τα εδάφια που συνοψίζουν τα έργα του Κορς και εκθέτουν τις θέσεις που αναπτύσσονται στα σεμινάριά του (GW, τόμ. 20, σελ. 68-72). Ωστόσο ο Μπρεχτ ήταν και επικριτικός απέναντι στον Κορς, θεωρώντας τον αδιάλλακτο διανοούμενο που αρνείται να συμβιβαστεί με την πολιτική πραγματικότητα (GW, τόμ. 20, σελ. 65-66). Βλ. επίσης την κριτική του στον Karl Marx του Κορς ως πολύ «φορμαλιστικό» έργο, που παρουσιάζει πολύ αφαιρετικά τη διαλεκτική του Μαρξ αντί να επικεντρώνεται στη διαλεκτική στην πράξη, όπως ο ίδιος ο Μπρεχτ προσπάθησε να κάνει (Arbeitsjournal, σελ. 19).

[4] Η απόδοση, όχι μόνο της διάθεσης, αλλά κυρίως της συμπεριφοράς που προκύπτει από την κοινωνική θέση του ατόμου, μέσω της στιλιζαρισμένης έκφρασης του προσώπου και του σώματος. (Σ.τ.Μ.)

[5] Κούλε Βάμπε ονομαζόταν μια κατασκήνωση στα περίχωρα του Βερολίνου όπου διαδραματίζεται μέρος της ταινίας. Στη βερολινέζικη ιδιόλεκτο μπορεί επίσης να σημαίνει «άδειο στομάχι». (Σ.τ.Ε.)

[6] Τέτοια ζητήματα βέβαια μας πηγαίνουν σε βιογραφικά ερωτήματα εκτός του πεδίου αυτής της μελέτης· θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, όμως, ότι ο Μπρεχτ έτεινε να εκμεταλλεύεται τους συναδέλφους του, ειδικά τις γυναίκες, και δεν εφάρμοζε επαρκώς τις δημοκρατικές, συμμετοχικές και συλλογικές αρχές που ασπαζόταν. Αυτή η θέση τεκμηριώθηκε πρόσφατα από τον Fuegi. Όμως, σε πολλές φάσεις της ζωής του, ο Μπρεχτ δεσμεύτηκε πραγματικά στη συλλογική δουλειά, και οι αρχές στην αισθητική πρακτική του παραμένουν συνεπείς με μια εκδοχή του κορσιανού δημοκρατικού μαρξισμού, ακόμα και αν ο ίδιος ο Μπρεχτ δεν τις υλοποίησε πλήρως.

[7] Στην καταχώρηση της 25ης Φεβρουαρίου 1939 (Journals) ο Μπρεχτ επαινεί τα δείγματα των διδακτικών έργων Φάτσερ και Το αρτοπωλείο ως τεχνικά πρότυπα. Η δική μου ερμηνεία για τα διδακτικά έργα χρωστά πολλά στον Steinweg και στα τεύχη του Alternative (78/79, 91 και 107) που αφιερώνονται στα διδακτικά έργα του Μπρεχτ.

[8] TuiRoman. Η λέξη Tui είναι ακρωνύμιο και δηλώνει τον διανοούμενο (Tellekt-uell-in). (Σ.τ.Ε.)

[9] Ο Μπρεχτ θαύμαζε τους αριστερούς κομμουνιστές Κορς και Ρόζα Λούξεμπουργκ λόγω του ακτιβισμού και της εμμονής τους στην ιδέα των εργατικών συμβουλίων, που θεωρούσαν ότι περιέχει τους αυθεντικούς θεσμούς της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Στον Λένιν, ο Μπρεχτ σεβάστηκε τη δυνατότητα να μεταφράζει την επαναστατική θεωρία σε πράξη. Ο Στάλιν (όπως βεβαιώνουν ο Με-τι, το Arbeitsjournal και τα αδημοσίευτα χειρόγραφα και αποκόμματα στα αρχεία του Μπρεχτ) προκαλούσε μια αμφιθυμία στον Μπρεχτ, γεγονός που έχει αποτρέψει τη συναίνεση μεταξύ των κριτικών σχετικά με το θέμα Μπρεχτ και Στάλιν. Ελάχιστη έρευνα έχει γίνει για τη στάση του απέναντι στον Τρότσκι επειδή υπάρχουν λίγα στοιχεία. Στο Arbeitsjournal, το διάστημα που ο Τρότσκι αποτέλεσε αντικείμενο έντονων συζητήσεων στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, ο Μπρεχτ δεν συζήτησε ουσιαστικά το «ερώτημα Τρότσκι», αν και υπάρχουν αναφορές στις συζητήσεις στον Με-τι.

[10] Πολλοί σχολιαστές έχουν τονίσει την ένταση μεταξύ του κομμουνισμού του Μπρεχτ και της αισθητικής πρακτικής του· εντούτοις, οι περισσότεροι αποτυγχάνουν να δουν την ένταση και τις ασάφειες στο μαρξισμό του Μπρεχτ, λόγω της σύγκρουσης μεταξύ του δημοκρατικού μαρξισμού του Κορς και του δυτικού μαρξισμού που αντιτάσσεται στον αυταρχικό μαρξισμό του Λένιν και του Στάλιν. Η ένταση εκφράστηκε στον διαρκή διάλογο του Μπρεχτ μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 και ειδικά στα λογοτεχνικά έργα του.

[11] Αναφορικά με την αποδοχή από τον Μπρεχτ της θέσης του Κορς ότι τα εργατικά συμβούλια ήταν απολύτως απαραίτητα για την κατασκευή του σοσιαλισμού, βλ. τις θέσεις του Μπρεχτ για το «μοντέλο R [Räte = εργατικά συμβούλια]» ως στιγμή της προλεταριακής δικτατορίας· βλ. επίσης GW, τόμ. 20, σελ. 119, και την επιστολή του Μπρεχτ στον Κορς το 1941, όπου ζητά από τον Κορς να γράψει έναν ιστορικό απολογισμό της σχέσης των συμβουλίων με το κόμμα που να εξηγεί την καταστολή του συστήματος συμβουλίων (Αlternative, τεύχ. 105, 1975, σελ. 252).