Έφτασε η στρατηγική της διεύρυνσης της ΕΕ στα όριά της;Κώστας Κουρτίδης

Στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, η οποία κατέληξε στην απόρριψη του αιτήματος της Αλβανίας και της Βόρειας Μακεδονίας για έναρξη της ενταξιακής πορείας τους στην Ένωση, αναπτύχθηκαν διάφορα επιχειρήματα υπέρ των δύο υποψηφίων.

Κάποιοι από τους ευρωπαίους ηγέτες προσπάθησαν να αναδείξουν τη γεωστρατηγική σημασία των υποψηφίων χωρών, κάποιοι την πρόοδο στην επίλυση εκκρεμοτήτων (π.χ. η Συμφωνία των Πρεσπών για τη Βόρεια Μακεδονία και η εκρίζωση του συστήματος διαφθοράς στη Δικαιοσύνη στην Αλβανία) και την εγκαθίδρυση κράτους δικαίου, κάποιοι την υπενθύμιση ότι ενώ η ΕΕ εμφανίζεται ως χώρος ειρήνης διστάζει να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία της για να διασφαλίσει την ειρήνη στα Βαλκάνια και κάποιοι την αξιοπιστία της ΕΕ, η οποία είχε υποσχεθεί την έναρξη της ενταξιακής διαδικασίας.

Ο Εμμανουέλ Μακρόν αμφισβήτησε τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν από τους υπέρμαχους της διεύρυνσης της ΕΕ. Υποστήριξε ότι η όλη διαδικασία διεύρυνσης χρειάζεται αναμόρφωση, πριν κάποιες χώρες ξεκινήσουν τη μακροχρόνια ενταξιακή τους διαδικασία, καθώς και το ότι η ΕΕ πρέπει να αντικαταστήσει ξεπερασμένες μεθόδους λήψης αποφάσεων για να μπορέσει να ενσωματώσει νέα μέλη.

Η στάση της Γαλλίας είναι συνεπής, με το Παρίσι να πρωταγωνιστεί στην αντίσταση έναρξης της διαδικασίας της διεύρυνσης σε 3 περιπτώσεις στους τελευταίους 16 μήνες.

Στη Σύνοδο Κορυφής το κλίμα ήταν θετικότερο για τη Βόρεια Μακεδονία σε σύγκριση με την Αλβανία, αλλά 5-6 χώρες μέλη δεν επιθυμούν το επονομαζόμενο decoupling, δηλαδή την έναρξη συνομιλιών μόνο με τη Βόρεια Μακεδονία, αφήνοντας την Αλβανία σε δεύτερη φάση.

ΟΙ ΔΙΕΥΡΥΝΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΕ

Οι προηγούμενες διευρύνσεις της ΕΕ, από τη δεκαετία του ’90 μέχρι πρόσφατα, χαρακτηρίζονταν από μία συνεργασία των κορυφαίων θεσμών της Δύσης. Το μοντέλο που διαμορφώθηκε περιλάμβανε πρώτα την ένταξη των υποψήφιων χωρών στο ΝΑΤΟ και κατόπιν στην ΕΕ. Το μοντέλο αυτό λειτούργησε αποτελεσματικά στην περίπτωση των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και των χωρών της Βαλτικής.

Η περίπτωση όμως των Βαλκανίων είναι διαφορετική. Η πρόοδος είναι υπαρκτή αλλά αργή. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία που δεν επλήγησαν από τους πολέμους της δεκαετίας του ’90, εισήλθαν στο ΝΑΤΟ το 2004 και στην ΕΕ το 2007. Η Κροατία εισήλθε στο ΝΑΤΟ το 2009 και στην ΕΕ το 2013. Η Αλβανία εισήλθε στο ΝΑΤΟ το 2009 και το Μαυροβούνιο το 2017, αλλά και οι δύο βρίσκονται εκτός διαδικασιών για την ΕΕ. Η Βόρεια Μακεδονία είναι έτοιμη για ένταξη στο ΝΑΤΟ, η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί άμεσα. Παράλληλα, το Μαυροβούνιο και η Σερβία αναμένεται να προσπαθήσουν να εγκριθούν ως υποψήφιες για την ΕΕ το 2023, με προοπτική να αρχίσουν ενταξιακές συνομιλίες το 2015.

Για να λειτουργήσει η διαδικασία της διεύρυνσης, έχει καθοριστική σημασία η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ΕΕ. Η τελευταία αντιμετωπίζει μία κρίση εμπιστοσύνης, διευρυνσιακή κόπωση, οικονομική αστάθεια και εκτεταμένες κοινωνικές αντιδράσεις. Η μετενταξιακή πορεία των δύο τελευταίων μελών της στα Βαλκάνια, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας δεν αποδείχτηκε ιδιαίτερα επιτυχημένη σε ότι αφορά την εγκαθίδρυση κράτους δικαίου. Ένα μεγάλο μέρος των μεταναστευτικών ροών από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική διοχετεύεται στην Ευρώπη μέσω των Βαλκανίων. To Brexit δημιούργησε αμφιβολίες στις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες για τα Βαλκάνια. Η Πολωνία και η Ουγγαρία, οι οποίες μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ προβάλλονταν ως χώρες-υποδείγματα φιλελεύθερης δημοκρατίας, τώρα εμφανίζουν προβληματικές λαϊκιστικές και αυταρχικές τάσεις, όπως και η Κροατία. Ακόμα και οι εσωτερικές τάσεις ανεξαρτησίας που εμφανίζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ισπανία μέσα από τη Σκωτία και την Καταλονία, δημιουργούν ανησυχίες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και τις καθιστούν λιγότερο φιλικές προς το Κόσοβο.

Εξίσου καθοριστική σημασία έχει και η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Δύση, η οποία δεν δείχνει ιδιαίτερα συνεκτική. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αμφισβητήσει την αφοσίωση των ευρωπαϊκών χωρών στους αμυντικούς στόχους του ΝΑΤΟ, δημιουργώντας αμφιβολίες για τη χρησιμότητα και τη προοπτική της Συμμαχίας. Οι αμερικανικοί δασμοί στον χάλυβα και το αλουμίνιο, καθώς και η μονομερής απόσυρση από τη πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, θεωρήθηκαν προσβλητικές πράξεις από τους Ευρωπαίους. Ο λευκός Οίκος έχει επανειλημμένα τονίσει ότι θεωρεί την ΕΕ ως οικονομικό αντίπαλο, ενώ αμφισβητεί την επιτυχημένη συνεργασία του παρελθόντος στα Βαλκάνια, μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ. Ο εθνικισμός δεν αποτελεί πλέον μία βαλκανική ιδιαιτερότητα, εμφανίζεται παντού στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Η Δύση, σαν φιλελεύθερο δημοκρατικό οικοδόμημα βρίσκεται σε αποδρομή, ενώ η Κίνα αναδύεται ως στρατηγικός ανταγωνιστής.

Με τα δεδομένα αυτά είναι δύσκολο να εκτιμηθεί αν θα ανοίξουν οι πόρτες της Δύσης για τις υπόλοιπες χώρες των Βαλκανίων. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η ΕΕ και η ΗΠΑ μπορούν να συγχρονίσουν τις ενέργειες τους για τα Βαλκάνια σε μία περίοδο που αυξάνονται οι τριβές μεταξύ Ουάσιγκτον και Βρυξελλών.

Εξίσου σημαντικό ερώτημα είναι αυτό που αφορά τη διεύρυνση της ΕΕ, δηλαδή αν πάσχει από κόπωση ή από εξάντληση. Διότι αν ισχύει το πρώτο, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι θα έχει προσωρινό χαρακτήρα, αν όμως ισχύει το δεύτερο, τότε οι προοπτικές για τα Βαλκάνια θα είναι εντελώς διαφορετικές. Το πιθανότερο θα είναι οι χώρες των Βαλκανίων να καταντήσουν όπως η Τουρκία, ένα μέλος του ΝΑΤΟ αλλά μόνιμος υποψήφιος στη περιφέρεια της ΕΕ που διολισθαίνει σε ένα αυταρχικό καθεστώς.

Η ιδέα ότι όλες οι χώρες των Βαλκανίων μπορεί να γίνουν μέλη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, είναι σχετικά νέα. Η ΕΕ στη δεκαετία του ’90 θεωρούσε τις βαλκανικές χώρες ως ένα πρόβλημα γειτονίας, όχι ως πιθανούς υποψηφίους. Το ΝΑΤΟ θεωρούσε τα Βαλκάνια ως «εκτός χώρου», μέχρι την επέμβαση του στη Βοσνία το 1995.

Η εμφάνιση της ιδέας για ευρωατλαντικό προσανατολισμό όλων των βαλκανικών χωρών ανιχνεύεται στη Σύνοδο του Σεράγεβο το 1999, στην οποία εγκρίθηκε η πρωτοβουλία που ονομάστηκε Σύμφωνο Σταθερότητας και η οποία μεταμορφώθηκε στο Περιφερειακό Συμβούλιο Συνεργασίας. Σε αυτή την πρωτοβουλία εμφανίστηκε η αντίληψη ότι όποιες χώρες το επιθυμούν μπορούν να προετοιμαστούν για να εισέλθουν στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Η ιδέα αυτή κωδικοποιήθηκε στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στη Θεσσαλονίκη το 2003. Μόλις 8 χρόνια μετά τον πόλεμο στη Βοσνία και 4 χρόνια μετά τον πόλεμο στο Κόσοβο, η ΕΕ διακήρυξε τη βούλησή της να δεχτεί ως μέλη της όλες τις χώρες των Βαλκανίων, αν πληρούν τις προϋποθέσεις.

Η λογική πίσω από αυτές τις εξελίξεις ήταν ότι με τις επεμβάσεις της Δύσης στα Βαλκάνια θα έπρεπε να συγκροτηθούν όχι εθνικά κράτη, αλλά κράτη βασισμένα στα εσωτερικά σύνορα της πρώην Γιουγκοσλαβίας, τα οποία θα περιείχαν και μεγάλες εθνικές μειονότητες. Η προσφορά της ΕΕ στους λαούς και τις μειονότητες της περιοχής ήταν να εγκαταλείψουν τα οράματα περί εγκαθίδρυσης ομοιογενών εθνικών κρατών, να βελτιώσουν τις σχέσεις με τους γείτονες τους, να βελτιωθούν μέσα από μεταρρυθμίσεις και στο τέλος να ενσωματωθούν στην ΕΕ. Δηλαδή, σε έναν μεταεθνικό οργανισμό όπου τα σύνορα δεν έχουν σημασία και όπου τα έθνη όπως οι Σέρβοι, οι Αλβανοί κ.λ.π., μπορεί να επανενωθούν, όπως στα πλαίσια της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η προσφορά έγινε δεκτή από τις χώρες και τους λαούς των Βαλκανίων, σε μία περίοδο που δεν ήταν ορατά σημαντικά προβλήματα.

Οι εξελίξεις αυτές έδωσαν σε κάποιες βαλκανικές χώρες έναν καθαρό προσανατολισμό, αλλά η οικονομική κρίση του 2008, η κοινωνική δυσαρέσκεια στις χώρες της ΕΕ και η αποδυνάμωση της Ευρώπης στους διεθνείς συσχετισμούς, έφεραν τη διαδικασία διεύρυνσης στα όριά της.

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ

Στους κύκλους των αναλυτών υπάρχουν εκτιμήσεις ότι η διαδικασία διεύρυνσης της ΕΕ έχει φτάσει στο τέρμα της. Προς το παρόν, δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Η Γαλλία, χωρίς να απορρίπτει τη διαδικασία διεύρυνσης, ήταν πάντα ιδιαίτερα διστακτική για τη διεύρυνση προς τα Δυτικά Βαλκάνια. Κυρίως, γιατί αυτές οι χώρες εντάσσονταν στη σφαίρα επιρροής της Γερμανίας και η ενσωμάτωση τους θα άλλαζε τους συσχετισμούς στην ΕΕ -στο βαθμό που δεν υπάρχουν υποψήφιες χώρες γαλλικής επιρροής- εις βάρος της.

Από τις τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία, το Λονδίνο ήταν ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της διεύρυνσης, έχοντας την υποστήριξη και του Βερολίνου. Το Brexit διαμόρφωσε νέες ισορροπίες, με το Παρίσι να μην διστάζει να δείχνει την ανοικτή αντίθεση του.

Μετά το Brexit, μία σειρά χωρών που κινούνταν στη πλειοψηφία τους στο χώρο επιρροής του Λονδίνου σχημάτισαν μέσα στην ΕΕ τη Νέα Χανσεατική Λίγκα, για να καλύψουν το γεωπολιτικό κενό που άφησε η βρετανική αποχώρηση και για να υπερασπίσουν τα κοινά συμφέροντα τους.

Δύο από τις χώρες που πρωταγωνιστούν στη Νέα Χανσεατική Λίγκα, η Ολλανδία και η Δανία συμπαρατάχθηκαν με τη Γαλλία στο θέμα της διεύρυνσης. Άλλες χώρες της Λίγκας, όπως η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία κράτησαν περισσότερο διακριτική στάση, λόγω του ότι και οι ίδιες είχαν βρεθεί πριν από λίγα χρόνια στη θέση της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας. Οι Ολλανδοί και οι Δανοί εμφανίζονται ως εξαιρετικά επιφυλακτικοί για τη διεύρυνση, στο βαθμό που θεωρούν ότι θα αυξηθούν οι ενδοκοινοτικές μεταναστευτικές ροές και το οργανωμένο έγκλημα. Στα προηγούμενα, θα πρέπει να προστεθεί και ο κίνδυνος του τζιχαντισμού, του οποίου ένας από τους πυλώνες θεωρούνται τα Βαλκάνια -η μόνη περιοχή με χώρες που έχουν μουσουλμανική βάση- και για τον οποίο υπάρχουν μεγάλοι φόβοι σε σημαντικές χώρες της ΕΕ.

Ο Εμμανουέλ Μακρόν και οι σύμμαχοί του απομακρύνονται από τη στρατηγική της ΕΕ των αρχών του ’00. Πιστεύουν ότι μακροπρόθεσμα, η ενσωμάτωση μίας ομάδας φτωχών και προβληματικών χωρών των Βαλκανίων θα αποδυναμώσει την ήδη εύθραυστη ΕΕ και για το λόγο αυτό, η διεύρυνση θα πρέπει να ανασχεθεί.

Αν η ανάσχεση αυτή διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε οι χώρες αυτές θα ακολουθήσουν το παράδειγμα της Τουρκίας και θα βρίσκονται σε μία κατάσταση limbo στην ΕΕ και τη Δύση.

Από την κατάσταση αυτή, οι πιθανότητες να ακολουθήσουν το δρόμο των εθνικών ολοκληρώσεων, δηλαδή της επαναχάραξης των συνόρων στα Βαλκάνια, είναι αρκετές, αλλά προς το παρόν όχι ισχυρές!